βάναυσος

βάναυσος, -ον
Grammatical information: Adj., subst. m.
Meaning: `of an artisan; artisan'; metaph.. `vulgar' (Ion.-Att.).
Derivatives: βαναυσία.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Acc. to EM 187, 40 dissimilated from *βαύναυσος, from βαῦνος `furnace' and αὔω, which fits Hesychius' explanation (βαναυσία πᾶσα τέχνη διὰ πυρός. κυρίως δε ἡ περὶ τὰς καμίνους. καὶ πᾶς τεχνίτης χαλκεὺς ἤ χρυσοχόος βάναυσος), but is rather folketymology. S. Kretschmer, Glotta 21, 178. An evident Pre-Gr. word; on -σος cf. κόμπασος, ὄρυξος (Beekes, Pre-Gr.)
Page in Frisk: 1,218

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάναυσος — artisan masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάναυσος — η, ο (AM βάναυσος, ον) τραχύς αγροίκος αρχ. 1. χειρώνακτας, χειροτέχνης 2. σχετικός με τον χειροτέχνη 3. ταπεινός, χυδαίος, κακόγουστος 4. φρ. «βάναυσος τέχνη» χειρωνακτική εργασία. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πιθ. βάναυσος < *βαύναυσος με… …   Dictionary of Greek

  • βάναυσος — η, ο επίρρ. βάναυσα απότομος, τραχύς, που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα και βιαιότητα: Η βάναυση συμπεριφορά του έγινε η αιτία του διαζυγίου τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαναύσω — βάναυσος artisan masc/fem/neut nom/voc/acc dual βάναυσος artisan masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαναύσως — βάναυσος artisan adverbial βάναυσος artisan masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάναυσον — βάναυσος artisan masc/fem acc sg βάναυσος artisan neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαναυσοτάτοις — βάναυσος artisan masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαναυσόταται — βάναυσος artisan fem nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαναυσότατε — βάναυσος artisan masc voc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαναυσότατοι — βάναυσος artisan masc nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαναύσοις — βάναυσος artisan masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.